Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Νομοθετικό πλαίσιο για το περιβάλλον’ Category

Σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής, που απορρέει, κατά το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), από το  πνεύμα των ιδρυτικών Συνθηκών, κάθε κανόνας του πρωτογενούς ή παράγωγου κοινοτικού δικαίου υπερέχει κάθε εθνικού κανόνα προγενέστερου ή μεταγενέστερου. Η πραγμάτωση της αρχής αυτής επαφίεται στον εθνικό δικαστή, ο οποίος καλείται να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το κοινοτικό δίκαιο και να του προσδώσει πλήρη αποτελεσματικότητα.

Όμως, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από τον εθνικό δικαστή προϋποθέτει την άμεση ισχύ του στην εθνική έννομη τάξη, την ικανότητα των διατάξεών του να αποτελέσουν το θεμέλιο ιδιωτικών δικαιωμάτων. Προϋποθέσεις για την άμεση εφαρμογή κοινοτικής οδηγίας /διάταξης:

  1. να αφορά κατά περιεχόμενο την εσωτερική έννομη τάξη και όχι αποκλειστικά τις σχέσεις των κρατών-μελών με την Κοινότητα ή τη θεσμική οργάνωση της Κοινότητας και τις αρμοδιότητες των οργάνων της
  2. να είναι επαρκώς ακριβής, ανεπιφύλακτη και να μη χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση, η οποία να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων οργάνων

Έτσι, το ΔΕΚ  έκρινε ότι έχουν άμεση ισχύ οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν άμεσα τους ιδιώτες αλλά και αυτές που επιβάλλουν στο κράτος συγκεκριμένη υποχρέωση προς πράξη ή παράλειψη. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άμεση ισχύς των διατάξεων της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που αφορούν στο περιβάλλον.

Η Οδηγία μπορεί να ιδρύσει δικαιώματα του ιδιώτη έναντι του κράτους, το οποίο αποτελεί τον αποδέκτη της (κάθετο άμεσο αποτέλεσμα), όχι όμως και υποχρεώσεις των ιδιωτών έναντι του κράτους (αντίστροφο κάθετο αποτέλεσμα) ή έναντι άλλων ιδιωτών (οριζόντιο αποτέλεσμα). Συνεπώς, η μη ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος, που περιέχεται σε Οδηγίες, έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία αξιοποίησής του έναντι ιδιωτών φορέων ρυπογόνων δραστηριοτήτων. Πάντως, η λειτουργική έννοια του κράτους, που υιοθετείται από τη νομολογία του ΔΕΚ, σε αντίθεση με την κρατούσα στην Ελλάδα οργανική θεωρία, διευκολύνει το επικλητό των Οδηγιών έναντι δημοσίων επιχειρήσεων με τη μορφή ΑΕ, στις οποίες ανατίθενται στην Ελλάδα μερικές από τις σημαντικότερες δραστηριότητες που εγκυμονούν κινδύνους για το περιβάλλον.

Με απόφασή του το 1997, το ΔΕΚ έκρινε ότι, τα κράτη-μέλη στα οποία απευθύνεται Οδηγία που δεν έχει ακόμα παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς της, επιβάλλεται να απέχουν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας από τη θέσπιση διατ’αξεων ικανών να διακυβεύουν σοβαρά την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία αυτή. Η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία της οδηγίας συνίσταται στην άρση της σύγκρουσης, σε επρίπτωση αμφισημίας μεταξύ της εθνικής και της κοινοτικής ερμηνείας μιας κοινοτικής προέλευσης διάταξης προς όφελος της δεύτερης.

Από το βιβλίο: Περιβάλλον και Δίκαιο, του Ι.Κ Καράκωστα

Read Full Post »

Tο Σύνταγμα του 1975 περιέλαβε, για πρώτη φορά στην ιστορία των ελληνικών Συνταγμάτων, ρητές διατάξεις για την προστα σία του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 24 § 1 εδ. α΄ Συντ., «H προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περι βάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Kράτους». H υποχρέωση αυτή εξειδικεύεται με το εδ. β΄ της § 1 του άρθ. 24 Συντ., που υποχρεώ νει το Kράτος «να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλ τικά μέτρα για τη διαφύλαξή του».

        Η προστασία του περιβάλλοντος ενισχύθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 24 η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί και δικαίωμα του καθενός. Τα δε μέτρα που υποχρεούται να λαμβάνει το Κράτος πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας.

        H προστασία καταλαμβάνει όλες τις σημαντικές εκφάνσεις του περιβάλλοντος: Tο φυσικό περιβάλλον, με ιδιαίτερη μέριμνα για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, (άρθ. 24 § 1 εδ. γ΄, δ΄ και ε’ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθ. 117 § 3-4 Συντ.), το οικιστικό περιβάλ λον, η διαμόρφωση του οποίου υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιό τητα του κράτους με στόχο τη λειτουργικότητα και την ανάπτυξη των οικισμών και την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως (άρθ. 24 § 2-5), και, τέλος, το πολιτιστικό περιβάλλον (άρθ. 24 § 6 Συντ.). Mε την προστασία και διαχείριση των περιβαλ λοντικών αγαθών ως στοιχείων του ζωτικού χώρου του ανθρώπου σχετίζονται επίσης και οι συνταγματικές διατάξεις των άρθ. 2 § 1, 5 § 1, 17, 25, 106, 117 §§ 3 και 4.

H έλλειψη ορισμού του περιβάλλοντος οφείλεται στην θέληση του συνταγματικού νομοθέτη να διευρύνει, όσο το δυνατόν περισ σότερο, το προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του Συντάγματος καθώς και στην αδυ ναμία ακριβούς πρόβλεψης και οριοθέτησης των αγαθών που χρή ζουν προστασίας και των αναγκών που θα εμ φανιστούν στο μέλλον.

H ρητή καθιέρωση υποχρέωσης του Kράτους αποκλείει τη θε ώρηση της διάταξης του άρθ. 24 § 1 Συντ. ως κατευθυντήριας διά ταξης ή ευχής. Άλλωστε, όπως γίνεται γενικά δεκτό, όλες οι δια τά ξεις του Συντάγματος, ως διατάξεις νόμου, περιέχουν κανόνες δι καίου νομικά δεσμευτικούς για το νομοθέτη, τη διοίκηση και το δικαστή. Συνεπώς, από το άρθ. 24 Συντ. απορρέουν υποχρεώσεις της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος «και ειδικό τερα να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά, διοικητικά, προλη πτικά και κατασταλτικά μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βα θμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριό τητα».

O νομοθέτης υποχρεούται να θεσπίσει τα πρόσφορα, κατά την κρίση του μέτρα, μέσα στα όρια που διαγράφουν οι ανάγκες για τη διαφύλαξη και προστασία του περιβάλλοντος, σταθμίζοντας πα ράλληλα και τα άλλα συνταγματικά δικαιώματα καθώς και το δη μόσιο συμφέρον.

Eπίσης, γίνεται δεκτό ότι από το άρθ. 24 Συντ. απορρέει ευθεία υποχρέωση της Διοίκησης, όταν ελλείπει ειδική προστατευτική νο μοθεσία, «να λαμβάνει υπόψη, κατά τη μόρφωση της κρίσης της για τη ρύθμιση θεμάτων, που αφορούν ή έχουν επιπτώσεις στο περι βάλλον, την ανάγκη προστασίας τους και να παίρνει κατάλληλα για το σκοπό αυτό μέτρα ή να απέχει από την έκδοση δυσμενών για το περιβάλλον πράξεων, κινούμενη όμως πάντα μέσα σε δέσμη των κρι τηρίων που κατευθύνουν τη σχετική νομοθετική δράση».

H δικαστική εξουσία, τέλος, οφείλει να ελέγχει τη συνταγματι κότητα των νόμων από την άποψη της συμμόρφωσής τους στις επι ταγές του άρθ. 24 Συντ. Tο άρθ. 24 αποτελεί το κύριο όχι όμως και το αποκλειστικό συνταγματικό έρεισμα της προστασίας του πε ρι βάλλοντος. H διασφάλιση, η αποκατάσταση και η βελτίωση των περιβαλλοντικών αγαθών είναι επιταγές άρρηκτα συνδεδεμένες με το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, που αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Συντ., πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, και αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την ελεύ θερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (άρθ. 5 παρ. 1 Συντ.), αλλά και την πραγμάτωση άλλων δικαιωμάτων όπως, ιδίως, το δικαίωμα στην υγεία, που κατοχυρώνεται ως κοινωνικό δικαίωμα από το άρθ. 21 παρ. 3 Συντ. και ως ατομικό -μετά την αναθεώρηση του 2001- από το άρθρο 5 παρ. 5. H προσφυγή στις διατάξεις αυτές εμπλουτί ζει το άρθ. 24 Συντ. με την ανθρωπιστική προσέγγιση του προστα τευόμε νου αγαθού και, σε δικονομικό επίπεδο, έχει ιδιαίτερη σημα σία για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντος. Tίθεται το ζήτημα αν το άρθρο 24 Συντ. αποτελεί το νομικό έρεισμα ενός δικαιώματος στο περιβάλλον και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, επιχει ρεί ται η κατάταξή του στο πλαίσιο της παραδοσιακής διάκρισης με ταξύ ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Γίνεται δεκτό, στη θεωρία του δημοσίου δικαίου, ότι το άρθρο 24 Συντ. εισάγει ένα δικαίωμα, απονέμοντας στο πρόσωπο εξουσία για την ικανοποίηση έννομου συμφέροντός του. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001. Ωστόσο, είναι δυσχερές να αποσαφηνιστεί το αντικείμενο του δικαιώματος και να συγκε κριμε νοποιηθεί επαρκώς το ακριβές περιεχόμενο του εννόμως προσ τα τευόμενου συμφέροντος.

           Yποστηρίζεται ότι το άρθ. 24 Συντ. κατοχυρώνει το δικαίωμα σε ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισορροπημένο, ως προϋ πόθεση της ανθρώπινης ζωής και υγείας αλλά και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εκφραζόμενης ως απαίτηση για ποιότητα ζωής, αλλά και ως αγαθό με αυτοτελή αξία για τον άνθρωπο. O καθορισμός των δεικτών ποιότητας των περιβαλλοντικών αγαθών που πρέπει να επι τευχθούν ώστε το περιβάλλον να είναι υγειινό και οικολογικά ισορ ροπημένο, είναι έργο όχι των νομικών αλλά εκπροσώπων άλ λων επιστημονικών κλάδων. Oι δε απαιτήσεις της ανθρώπινης αξιοπρέ πειας προσδιορίζονται με βάση αξιολογήσεις μεταβαλλόμε νες ανά τον τόπο και τον χρόνο. Aπό τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρα σμα ότι το αντικείμενο του δικαιώματος στο «περιβάλλον» ορίζεται με ιδιαίτερη ευρύτητα, ώστε να καταλαμβάνει όλα τα στοι χεία που συνθέτουν εκάστοτε τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώ που, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει μία, ίσως αναπόφευ κτη, αορι στία, η οποία θα μπορούσε να δυσχεράνει την υλοποίηση της προσ τασίας. Επιπλέον δε, με τη ρητή κατοχύρωση της αρχής της αειφορίας, που επήλθε με την πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση, μολονότι εξελίσσεται, καταρχήν, το ισχύον καθεστώς προστασίας στη χώρα μας κατά το θετικότερο, δεν σημειώνεται καμία πρόοδος ως προς το βαθμό της αοριστίας του δικαιώματος του άρθρου 24. Πρόκειται για μια αρχή η οποία εξ ορισμού επιτάσσει τη στάθμιση της οικονομικής ανάπτυξης με την περιβαλλοντική προστασία. Η δυσκολία δε της εννοιολογικής της συγκεκριμενοποίησης και η ανάγκη συσχετισμού της με άλλες εξωνομικές επιστημονικές κρίσεις, οικονομικής, κυρίως, υφής, είναι δεδομένες.

         H πρακτική αποτελεσματικότητα της συνταγματικής κατοχύ ρωσης του δικαιώματος στο περιβάλλον από το άρθρο 24 Συντ. απαιτεί την κανονιστική εξειδίκευση των διατάξεών του και, αν αυτή ελλείπει, την ερμηνεία τους από το δικαστή έτσι ώστε το ευρύ τατο αντικείμενο προστασίας να αναλυθεί στις ειδικότερες εκφάν σεις του.

O χαρακτηρισμός του δικαιώματος ως ατομικού, κοινωνικού ή πολιτικού, έχει σημασία για την οριοθέτηση της δέσμευσης των εξουσιών που παρέχει στο φορέα του.

H θεώρησή του ως ατομικού δικαιώματος, το οποίο διασφαλί ζει τη σφαίρα ελευθερίας του ατόμου από παρεμβάσεις της πο λιτι κής εξουσίας, περιορίζει το περιεχόμενό του στην αγώγιμη αξίωση του πολίτη έναντι του κράτους για αποχή από πράξεις που προσ βάλλουν το περιβάλλον και στην υποχρέωση διαμόρφωσης προστα τευτικού κανονιστικού πλαισίου ή, αν δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές διατάξεις, ευθείας εφαρμογής του άρθρου 24 Συντ. από τη Διοίκη ση.

Aν το δικαίωμα στο περιβάλλον χαρακτηριστεί κοινωνικό δι καίωμα, ο φορέας του έχει αξίωση λήψης θετικών μέτρων προστα σίας του περιβάλλοντος από το κράτος, η οποία, κατά την κρα τούσα άποψη, δεν είναι αγώγιμη, παρά μόνο όταν αφορά τη μη κα τάργηση ή μείωση της ήδη παρασχεθείσας προστασίας (κοινωνικό κεκτημένο).

Aν, τέλος, γίνει δεκτό ότι πρόκειται για πολιτικό δικαίωμα, ο πολίτης θεμελιώνει σ’ αυτό αξιώσεις πληροφόρησης και συμμετο χής στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον.

Tο αίτημα για την πληρότητα της νομικής προστασίας του πε ριβάλλοντος έχει οδηγήσει στην παραδοχή ότι το άρθρο 24 Συντ. καθιερώνει τόσο ατομικό όσο και κοινωνικό και πολιτικό δικαί ωμα στο περιβάλλον. H άποψη αυτή είναι νομικά υποστηρίξιμη λόγω της ευρείας διατύπωσης του άρθρου 24 Συντ., η οποία προσ φέρεται για την ανάδειξη της σχετικότητας της τριχοτόμησης των συνταγματικών δικαιωμάτων, της παραπληρωματικότητας και αλ ληλεξάρτησης ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμά των. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε από τη διατύπωση της διάταξης μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, όπου αναφέρεται ρητά ότι η προστασία του περιβάλλοντος εκτός από υποχρέωση του Κράτους αποτελεί «και δικαίωμα του καθενός».

H νομολογία του ΣτE δεν έχει απαντήσει ευθέως στον σχετικό προβληματισμό. Γίνεται, σχεδόν παγίως, δεκτό ότι, με τις διατάξεις του άρθρου 24 Συντ., η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη αξία και υποχρέωση του κράτους. Πλην όμως, δεν διευκρινίζεται, αν στην υποχρέωση αυτή αντιστοιχεί και δικαίωμα των ιδιωτών. Yποστηρίζεται ότι η δια τύπωση αυτή μαρτυρεί τη θεώρηση του άρθ. 24 Συντ. ως διάταξης προσδιοριστικής κρατικών στόχων, η οποία υποχρεώνει την κρα τική διοίκηση να επιδιώκει ορισμένους στόχους, οι οποίοι όμως δεν παρέχουν υποκειμενικά δικαιώματα στους πολίτες. Πρόκειται για νομικά δε σμευτικές διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν κατευθυ ντή ριες αρχές για τον νομοθέτη και οριοθετούν τη διακριτική ευ χέ ρεια της Διοίκησης.

Στη θεωρία του ελληνικού συνταγματικού δίκαιου και στη νομολογία των δικαστηρίων μας δεν γίνεται, τουλάχιστον ρητώς, η ανωτέρω διάκριση. Στις υποχρεώσεις του κράτους γίνεται δεκτό ότι αντιστοιχούν τα λεγόμενα κοινωνικά δικαιώματα τα οποία δεν πα ρέχουν αγώγιμη αξίωση στον πολίτη κατά του κράτους. H ύπαρξη συνταγματικού δικαιώματος στο περιβάλλον έγινε ήδη δεκτή από τη ΣτE 3682/1986 η οποία, όπως ορθά επισημαίνεται, παρά τη ρητή αναφορά μόνο σε κοινωνικό δικαίωμα, αναγνωρίζει ότι από το άρθ. 24 Συντ. απορρέει ταυτόχρονα ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα χρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος. Το ζήτημα λύθηκε οριστικά, όπως τονίστηκε, με την αναθεώρηση του Συντάγματος 2001.

H σημασία του άρθ. 24 Συντ., πέρα από τη ρητή αναγνώριση ενός δικαιώματος στο περιβάλλον, έγκειται στο ότι ανάγει την προ στασία του περιβάλλοντος σε στόχο που πρέπει να συνεκτιμάται κατά τη διαμόρφωση και το σχεδιασμό της κρατικής δραστηριότη τας σε όλους τους τομείς (θεσμική εγγύηση) ενώ, παράλληλα, θεσπί ζει έναν αυξημένης τυπικής ισχύος αντικειμενικό κανόνα δικαίου, μια γενική αρχή του δικαίου, η οποία συγκαθορίζει την ερμηνεία και την εφαρμογή των ιεραρχικά υποδεέστερων κανόνων του δικαιικού μας συστήματος.

H συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλο ντος στο άρθρο 24 του Συντάγματος δεν αποτελεί το τέρμα της προσπάθειας για αποτελεσματική νομική προστασία των περιβαλ λοντικών αγαθών αλλά την αφετηρία. H αποτελεσματικότητα κάθε συνταγματικής διάταξης εξαρτάται από την συγκεκριμενοποίησή της από τα αρμόδια κρατικά όργανα και την πρακτική αξιοποίησή της.

– Καράκωστας (Ι.), Περιβάλλον και Δίκαιο, 2η έκδ., 2006.

(επιμέλεια: Αλ. Καλαβρός)

Read Full Post »